Μαρία Λουίζου στην Ιλεάνα Τούντα

Αυτή τη βδομάδα η Αλεξάνδρα Κοροξενίδη επισκέφτηκε και γράφει για την έκθεση της Μαρίας Λουίζου στο Κέντρο Σύγχρονης Τέχνης Ιλεάνα Τούντα.

Μία σωματοποιημένη πρόσληψη της γλυπτικής και μία εμπειρία του χώρου μέσα από την σώμα προκαλεί το έργο της Μαρίας Λουίζου « Έξι Ανάσες στο Λεπτό» στο Κέντρο Σύγχρονης Τέχνης Ιλεάνα Τούντα. Με μία γλυπτική εγκατάσταση όσο και φωνητική περφόρμανς, η καλλιτέχνης καταφέρνει να επικοινωνήσει αυτήν την απτή σχέση με τα πράγματα και να ενεργοποιήσει στον κάθε θεατή την αίσθηση του σώματός του ως χώρο/ηχείο αλλά και ως παρουσία/αντήχηση μέσα στο χώρο. Το πραγματοποιεί μέσα από το άυλο στοιχείο της φωνής. Αντιλαμβάνεται έτσι κανείς το σώμα ως μία εικόνα που προχωρά πέρα από αυτό που από το οπτικό.

Τρεις μεγάλες γλυπτικές, οργανικές φόρμες που θυμίζουν αρχαία ή παραδοσιακά πήλινα πιθάρια και φέρουν μεγάλες στρογγυλές οπές τοποθετούνται σε ημικυκλική διάταξη. Η Λουίζου, μαζί με τις σοπράνο Αλίκη Σιούστη και Κατερίνα Νουνοπούλου, μπαίνουν στην αίθουσα και αφού εισέρχονται η κάθε μία σε ένα από τα δοχεία, ξεκινούν μία μελωδία που εναλλάσσεται από μονοφωνική σε πολυφωνική. Καθώς τα σώματα παραμένουν ακίνητα, η περφόρμανς ως εικόνα δεν αλλάζει, όμως ο θεατής μπορεί συναισθησιακά να φανταστεί τον ήχο να γίνεται εικόνα, τροχιά, κίνηση, χώρος, σχήμα και όγκος.

Το έργο δηλαδή ακυρώνει την θεατρική σχέση του θεατή με την επιτέλεση: ο θεατής δεν είναι εκείνος που στέκεται απέναντι από μία σκηνή, την οποία βλέπει να εκτυλίσσεται, αλλά νιώθει μέρος του όλου περιβάλλοντος. Η απόσταση, ενώ στην πραγματικότητα υπάρχει (οι θεατές στέκονται απέναντι από το έργο), διαλύεται καθώς το έργο απορροφά τον θεατή.

Το έργο λειτουργεί σαν την λεπτομέρεια ενός πίνακα που μεταμορφώνει το σύνολο,  μοιάζει σαν μία λιτή χειρονομία που όμως δεν είναι καθόλου τυχαία αλλά έχει την δύναμη μίας εσωτερικευμένης αντίληψης της πραγματικότητας. Πρόκειται για μία σύντομη σε διάρκεια επιτέλεση και ιδωμένη ως έκθεση, μία εγκατάσταση με τρία μόνο γλυπτά. Αλλά ακόμα και μόνα τους, η οργανικότητα και η αίσθηση του ανοίγματος και της αναπνοής είναι τέτοια ώστε ο θεατής να νιώθει τον υπόλοιπο άδειο χώρο του μεγάλου και ψηλοτάβανου εκθεσιακού χώρου όπως την παρουσία της απουσίας, τον ήχο της σιωπής. Δεν είναι τυχαίο ότι η μελωδία/τραγούδι που έχει συνθέσει η γλύπτρια και μουσικός/θεωρητικός σύνθεσης Μαρία Λουίζου εμπνέεται από παραδοσιακά μοιρολόγια, παραπέμπει δηλαδή στον κύκλο της ζωής, στην απουσία που δημιουργεί ο θάνατος αλλά και στην παρουσία της μνήμης, στο σώμα που είναι πραγματικότητα αλλά και μνήμη.

Η διάρκεια της περφόρμανς είναι τέτοια που αποκλείει την περίσπαση και λειτουργεί ως μία απρόσμενη ανάσα, μία αφύπνιση των αισθήσεων και μία αίσθηση ξεκλειδώματος του σώματος. Τα όρια ανάμεσα στο μέσα και στο έξω, στο σώμα ως ηχείο, δηλαδή κέλυφος, και το σώμα ως ηχητικά κύματα που απλώνονται στον έξω χώρο, καθώς ανάμεσα σε καθεμία γυναίκα ξεχωριστά και στις τρεις μαζί  είναι περισσότερο μία συνένωση παρά μία διαχωριστική γραμμή. Η εισπνοή γίνεται εκπνοή και ο αέρας ξαναμπαίνει στο σώμα για να γίνει εισπνοή.

Αυτήν την αμφίδρομη σχέση του κελύφους, του εσωτερικού με τον διάπλατο χώρο μπορεί να την νοιώσει ο θεατής και πριν η μετά την περφόρμανς αν μπει ο ίδιος μέσα στα αγγεία/κελύφη και πειραματιστεί με την δική του φωνή. Το αγγείο ένα προστατευτικό κέλυφος, μία «μήτρα» (τα ίδια τα γλυπτά ίσως και λόγω της έλλειψης διάκοσμου μοιάζουν με καλούπια γλυπτών, δηλαδή εργαλεία που χρησιμεύουν στο να δώσουν μορφή/ζωή) αλλά και η σχέση με το έξω. Δεν είναι τυχαίο ότι η στάση της κάθε γυναίκας έχει μελετηθεί ώστε τα ανοίγματα του κάθε γλυπτού να φανερώνουν συγκεκριμένα σημεία του σώματος. Σε ένα από τα γλυπτά το μεγάλο άνοιγμα είναι στο ύψος της κοιλιάς ενώ στο κεντρικό γλυπτό όπου βρίσκεται και η κορυφαία του χορού, το στρογγυλό άνοιγμα στο πάνω μέρος του αγγείου μοιάζει είναι η προέκταση της κορυφής του σώματος, υπογραμμίζει την κορυφή του σώματος, δηλαδή το κεφάλι. Υπάρχει δηλαδή το γήινο και το αέρινο ως το ένα η συνθήκη του άλλου.

Ένα άλλο ενδιαφέρον στοιχείο του έργου είναι ότι χρησιμοποιεί ελάχιστα μέσα και πρακτικές που παραπέμπουν στην παράδοση, στο γυναικείο μοιρολόι που χαρακτηρίζει παλαιότερες και μικρότερες κοινωνίες, στην τελετουργία, στην χειροτεχνία και στην χρηστικότητα. Το σώμα είναι το πιο ισχυρό εργαλείο, όπως ισχυρές είναι οι πρακτικές ανθρώπων που έχουν δοκιμαστεί στον χρόνο και απαντούν σε θεμελιώδεις ανάγκες του. Ο άνθρωπος δεν είναι δέσμιος ή προέκταση της τεχνολογίας αλλά αυτό είναι μία ανάγνωση σε δεύτερο χρόνο και πάντως όχι κύριο ζητούμενο του έργου.

 

Από την άλλη, η οργανικότητα, η εξ ολοκλήρου γυναικεία παρουσία θα μπορούσαν να ιδωθούν ως κοινότοπες μεταφορές για το σώμα και τον κύκλο της ζωής. Όμως η απελευθερωτική, ενδυναμωτική και ανακουφιστική αίσθηση που το έργο προσφέρει στον θεατή και τον συνοδεύει ως ενθύμηση του έργου, ξεπερνά μία πιθανή τέτοια, κυριολεκτική και πιο πεζή προσέγγιση. Προσιτό, γήινο και ονειρικό, το έργο θυμίζει την απλότητα και την σοφία της παράδοσης, είναι ανθρωποκεντρικό και ανθρώπινο.

TAGS